2.
Η ομιλία για τον Ράτταπάλα
293. Έτσι έχω ακούσει - Κάποτε ο Ευλογημένος περιπλανιόταν στους Κούρου με μια μεγάλη Κοινότητα μοναχών και έφτασε σε μια κωμόπολη των Κούρου που ονομαζόταν Θουλλακόττχικα. Οι βραχμάνοι και οικοδεσπότες της Θουλλακόττχικα άκουσαν: «Ο ασκητής Γκόταμα, γιος των Σάκυα, που αναχώρησε από την οικογένεια των Σάκυα, περιπλανώμενος στους Κούρου με μια μεγάλη Κοινότητα μοναχών, έφτασε στη Θουλλακόττχικα. Και για αυτόν τον αξιότιμο Γκόταμα έχει διαδοθεί αυτή η καλή φήμη: 'Πράγματι αυτός ο Ευλογημένος είναι ο Άξιος, ο Πλήρως Αυτοφωτισμένος, ο τέλειος στην αληθινή γνώση και στην καλή συμπεριφορά, ο Καλότυχος, ο γνώστης του κόσμου, ο ανυπέρβλητος οδηγός των ανθρώπων που πρέπει να εκπαιδευτούν, ο Διδάσκαλος θεών και ανθρώπων, ο Φωτισμένος, ο Ευλογημένος'. Αυτός, έχοντας ο ίδιος κατανοήσει πλήρως με άμεση γνώση αυτόν τον κόσμο μαζί με τους θεούς, τον Μάρα, τον Βράχμα, αυτή τη γενιά μαζί με τους ασκητές και τους βραχμάνους, μαζί με τους θεούς και τους ανθρώπους, τον διακηρύσσει. Αυτός διδάσκει τη Διδασκαλία που είναι καλή στην αρχή, καλή στη μέση, καλή στο τέλος, με νόημα και φρασεολογία, και φανερώνει την άγια ζωή ολοκληρωμένη και αγνή. Είναι πράγματι καλό να δει κανείς τέτοιους Άξιους». Τότε οι βραχμάνοι και οικοδεσπότες της Θουλλακόττχικα πλησίασαν τον Ευλογημένο· αφού πλησίασαν, μερικοί αφού απέδωσαν σεβασμό στον Ευλογημένο, κάθισαν στο πλάι· μερικοί χαιρέτησαν τον Ευλογημένο, και αφού ολοκλήρωσαν την ευγενική και αξιομνημόνευτη συζήτηση, κάθισαν στο πλάι· μερικοί χαιρέτησαν με ενωμένες παλάμες προς την κατεύθυνση του Ευλογημένου και κάθισαν στο πλάι· μερικοί αφού ανακοίνωσαν το όνομα και το σόι τους κοντά στον Ευλογημένο, κάθισαν στο πλάι· μερικοί σιωπηλοί κάθισαν στο πλάι. Τους βραχμάνους και οικοδεσπότες της Θουλλακόττχικα που κάθονταν στο πλάι, ο Ευλογημένος δίδαξε, παρακίνησε, ενθάρρυνε και ευχαρίστησε με μια ομιλία για το Ντάμμα.
294. Εκείνη την περίοδο ένας γιος καλής οικογένειας ονόματι Ρατταπάλα, γιος της πρώτης οικογένειας σε εκείνη ακριβώς τη Θουλλακόττχικα, καθόταν σε εκείνη τη συνέλευση. Τότε στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας, ήρθε αυτή η σκέψη: «Με όποιον τρόπο γνωρίζω τη Διδασκαλία που έχει διδάξει ο Ευλογημένος, δεν είναι εύκολο για κάποιον που ζει εντός οικίας να ακολουθήσει την άγια ζωή απόλυτα ολοκληρωμένη, απόλυτα αγνή, γυαλισμένη σαν κοχύλι. Γιατί να μην ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου, να ντυθώ με ώχρινα ρούχα και να αναχωρήσω από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» Τότε οι βραχμάνοι και οικοδεσπότες της Θουλλακόττχικα, αφού διδάχθηκαν, παρακινήθηκαν, ενθαρρύνθηκαν και ευχαριστήθηκαν από τον Ευλογημένο με μια ομιλία για το Ντάμμα, αφού χάρηκαν και ευχαρίστησαν για τα λόγια του Ευλογημένου, σηκώθηκαν από τη θέση τους, απέδωσαν σεβασμό στον Ευλογημένο, τον περιήλθαν κρατώντας τον στα δεξιά τους και έφυγαν. Τότε ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, λίγο μετά την αναχώρηση των βραχμάνων και οικοδεσποτών της Θουλλακόττχικα, πλησίασε τον Ευλογημένο· αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι. Καθισμένος στο πλάι, ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, είπε στον Ευλογημένο: «Με όποιον τρόπο, σεβάσμιε κύριε, γνωρίζω τη Διδασκαλία που έχει διδάξει ο Ευλογημένος, δεν είναι εύκολο για κάποιον που ζει εντός οικίας να ακολουθήσει την άγια ζωή απόλυτα ολοκληρωμένη, απόλυτα αγνή, γυαλισμένη σαν κοχύλι. Επιθυμώ, σεβάσμιε κύριε, αφού ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου και ντυθώ με ώχρινα ρούχα, να αναχωρήσω από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Είθε να λάβω, σεβάσμιε κύριε, την αναχώρηση κοντά στον Ευλογημένο, είθε να λάβω την πλήρη χειροτονία. Ας μου δώσει ο Ευλογημένος την αναχώρηση». «Έχεις όμως την άδεια, Ρατταπάλα, από τη μητέρα και τον πατέρα σου για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» «Δεν έχω, σεβάσμιε κύριε, την άδεια από τη μητέρα και τον πατέρα μου για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». «Οι Τατχαγκάτα, Ρατταπάλα, δεν δίνουν την αναχώρηση σε γιο που δεν έχει την άδεια από τη μητέρα και τον πατέρα του». «Τότε εγώ, σεβάσμιε κύριε, θα κάνω έτσι ώστε η μητέρα και ο πατέρας μου να μου επιτρέψουν την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή».
295. Τότε ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, σηκώθηκε από τη θέση του, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο, τον περιήλθε κρατώντας τον στα δεξιά του και πήγε εκεί όπου ήταν η μητέρα και ο πατέρας του· αφού πλησίασε, είπε στη μητέρα και τον πατέρα: «Μητέρα και πατέρα, με όποιον τρόπο γνωρίζω τη Διδασκαλία που έχει διδάξει ο Ευλογημένος, δεν είναι εύκολο για κάποιον που ζει εντός οικίας να ακολουθήσει την άγια ζωή απόλυτα ολοκληρωμένη, απόλυτα αγνή, γυαλισμένη σαν κοχύλι. Επιθυμώ, αφού ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου και ντυθώ με ώχρινα ρούχα, να εγκαταλείψω την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Δώστε μου την άδεια για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». Όταν αυτό ειπώθηκε, η μητέρα και ο πατέρας του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, είσαι το μοναχοπαίδι μας, αγαπητός, λατρεμένος, μεγαλωμένος με ευτυχία, περιποιημένος με ευτυχία. Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, δεν γνωρίζεις τίποτα από δυστυχία. Ακόμη και με τον θάνατό σου εμείς παρά τη θέλησή μας θα χωριστούμε από εσένα. Πώς λοιπόν εμείς θα σου δώσουμε την άδεια ενώ ζεις για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» Για δεύτερη φορά ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας... κ.λπ... για τρίτη φορά ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, είπε στη μητέρα και τον πατέρα: «Μητέρα και πατέρα, με όποιον τρόπο γνωρίζω τη Διδασκαλία που έχει διδάξει ο Ευλογημένος, δεν είναι εύκολο για κάποιον που ζει εντός οικίας να ακολουθήσει την άγια ζωή απόλυτα ολοκληρωμένη, απόλυτα αγνή, γυαλισμένη σαν κοχύλι. Επιθυμώ, αφού ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου και ντυθώ με ώχρινα ρούχα, να εγκαταλείψω την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Δώστε μου την άδεια για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». Για τρίτη φορά η μητέρα και ο πατέρας του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, είσαι το μοναχοπαίδι μας, αγαπητός, λατρεμένος, μεγαλωμένος με ευτυχία, περιποιημένος με ευτυχία. Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, δεν γνωρίζεις τίποτα από δυστυχία. Ακόμη και με τον θάνατό σου εμείς παρά τη θέλησή μας θα χωριστούμε από εσένα. Πώς λοιπόν εμείς θα σου δώσουμε την άδεια ενώ ζεις για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;»
296. Τότε ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας - «Η μητέρα και ο πατέρας μου δεν μου επιτρέπουν την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή» - ξάπλωσε εκεί ακριβώς στο γυμνό έδαφος - «Εδώ ακριβώς θα έρθει ο θάνατός μου ή η αναχώρηση». Τότε ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, δεν έφαγε ούτε ένα γεύμα, δεν έφαγε ούτε δύο γεύματα, δεν έφαγε ούτε τρία γεύματα, δεν έφαγε ούτε τέσσερα γεύματα, δεν έφαγε ούτε πέντε γεύματα, δεν έφαγε ούτε έξι γεύματα, δεν έφαγε ούτε επτά γεύματα. Τότε η μητέρα και ο πατέρας του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, είσαι το μοναχοπαίδι μας, αγαπητός, λατρεμένος, μεγαλωμένος με ευτυχία, περιποιημένος με ευτυχία. Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, δεν γνωρίζεις τίποτα από δυστυχία. Ακόμη και με τον θάνατό σου εμείς παρά τη θέλησή μας θα χωριστούμε από εσένα. Πώς λοιπόν εμείς θα σου δώσουμε την άδεια ενώ ζεις για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή; Σήκω, αγαπητέ Ρατταπάλα, φάε και πιες και διασκέδασε· τρώγοντας, πίνοντας, διασκεδάζοντας, απολαμβάνοντας τις ηδονές, κάνοντας αξιέπαινες πράξεις, να ευφραίνεσαι. Δεν σου δίνουμε την άδεια για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Ακόμη και με τον θάνατό σου εμείς παρά τη θέλησή μας θα χωριστούμε από εσένα. Πώς λοιπόν εμείς θα σου δώσουμε την άδεια ενώ ζεις για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» Όταν αυτό ειπώθηκε, ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έμεινε σιωπηλός. Για δεύτερη φορά η μητέρα και ο πατέρας του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας... κ.λπ... για δεύτερη φορά ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έμεινε σιωπηλός. Για τρίτη φορά η μητέρα και ο πατέρας του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, είσαι το μοναχοπαίδι μας, αγαπητός, λατρεμένος, μεγαλωμένος με ευτυχία, περιποιημένος με ευτυχία. Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, δεν γνωρίζεις τίποτα από δυστυχία. Ακόμη και με τον θάνατό σου εμείς παρά τη θέλησή μας θα χωριστούμε από εσένα· πώς λοιπόν εμείς θα σου δώσουμε την άδεια ενώ ζεις για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή; Σήκω, αγαπητέ Ρατταπάλα, φάε και πιες και διασκέδασε· τρώγοντας, πίνοντας, διασκεδάζοντας, απολαμβάνοντας τις ηδονές, κάνοντας αξιέπαινες πράξεις, να ευφραίνεσαι. Δεν σου δίνουμε την άδεια για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Ακόμη και με τον θάνατό σου εμείς παρά τη θέλησή μας θα χωριστούμε από εσένα. Πώς λοιπόν εμείς θα σου δώσουμε την άδεια ενώ ζεις για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» Για τρίτη φορά ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έμεινε σιωπηλός.
297. Τότε οι φίλοι του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, πλησίασαν τον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας· αφού πλησίασαν, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, είσαι το μοναχοπαίδι της μητέρας και του πατέρα σου, αγαπητός, λατρεμένος, μεγαλωμένος με ευτυχία, περιποιημένος με ευτυχία. Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, δεν γνωρίζεις τίποτα από δυστυχία. Ακόμη και με τον θάνατό σου η μητέρα και ο πατέρας σου παρά τη θέλησή τους θα χωριστούν από εσένα. Πώς λοιπόν θα σου επιτρέψουν ενώ ζεις την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή; Σήκω, αγαπητέ Ρατταπάλα, φάε και πιες και διασκέδασε· τρώγοντας, πίνοντας, διασκεδάζοντας, απολαμβάνοντας τις ηδονές, κάνοντας αξιέπαινες πράξεις, να ευφραίνεσαι. Δεν θα σου επιτρέψουν η μητέρα και ο πατέρας σου την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Ακόμη και με τον θάνατό σου η μητέρα και ο πατέρας σου παρά τη θέλησή τους θα χωριστούν από εσένα. Πώς λοιπόν θα σου επιτρέψουν ενώ ζεις την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» Όταν αυτό ειπώθηκε, ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έμεινε σιωπηλός. Για δεύτερη φορά... κ.λπ... για τρίτη φορά οι φίλοι του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, είσαι το μοναχοπαίδι της μητέρας και του πατέρα σου, αγαπητός, λατρεμένος, μεγαλωμένος με ευτυχία, περιποιημένος με ευτυχία· εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, δεν γνωρίζεις τίποτα από δυστυχία· ακόμη και με τον θάνατό σου η μητέρα και ο πατέρας σου παρά τη θέλησή τους θα χωριστούν από εσένα. Πώς λοιπόν θα σου επιτρέψουν ενώ ζεις την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή; Σήκω, αγαπητέ Ρατταπάλα, φάε και πιες και διασκέδασε· τρώγοντας, πίνοντας, διασκεδάζοντας, απολαμβάνοντας τις ηδονές, κάνοντας αξιέπαινες πράξεις, να ευφραίνεσαι. Δεν θα σου επιτρέψουν η μητέρα και ο πατέρας σου την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή· ακόμη και με τον θάνατό σου η μητέρα και ο πατέρας σου παρά τη θέλησή τους θα χωριστούν από εσένα. Πώς λοιπόν θα σου επιτρέψουν ενώ ζεις την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;» Για τρίτη φορά ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έμεινε σιωπηλός.
298. Τότε οι φίλοι του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, πλησίασαν τη μητέρα και τον πατέρα του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας· αφού πλησίασαν, είπαν στη μητέρα και τον πατέρα του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας: «Μητέρα και πατέρα, αυτός ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έχει ξαπλώσει εκεί ακριβώς στο γυμνό έδαφος - 'Εδώ ακριβώς θα έρθει ο θάνατός μου ή η αναχώρηση'. Αν εσείς δεν επιτρέψετε στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας, την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή, εκεί ακριβώς θα έρθει ο θάνατος. Αν όμως εσείς επιτρέψετε στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας, την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή, θα τον δείτε ακόμη και ως αναχωρητή. Αν ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, δεν ευχαριστηθεί με την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή, ποιος άλλος προορισμός θα υπάρξει για αυτόν; Εδώ ακριβώς θα επιστρέψει. Επιτρέψτε στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας, την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». «Επιτρέπουμε, παιδιά, στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας, την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αλλά ως αναχωρητής πρέπει να επισκέπτεται τη μητέρα και τον πατέρα». Τότε οι φίλοι του Ρατταπάλα, του γιου καλής οικογένειας, πλησίασαν τον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας· αφού πλησίασαν, είπαν στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας: «Σήκω, αγαπητέ Ρατταπάλα, έχεις την άδεια από τη μητέρα και τον πατέρα σου για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αλλά ως αναχωρητής πρέπει να επισκέπτεσαι τη μητέρα και τον πατέρα σου».
299. Τότε ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, αφού σηκώθηκε και ανέκτησε τη δύναμή του, πλησίασε τον Ευλογημένο· αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι. Καθισμένος στο πλάι, ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, είπε στον Ευλογημένο: «Έχω την άδεια, σεβάσμιε κύριε, από τη μητέρα και τον πατέρα μου για την αναχώρηση από την οικογενειακή ζωή στην άστεγη ζωή. Ας μου δώσει ο Ευλογημένος την αναχώρηση». Ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, έλαβε την αναχώρηση κοντά στον Ευλογημένο, έλαβε την πλήρη χειροτονία. Τότε ο Ευλογημένος, αφού ο σεβάσμιος Ρατταπάλα είχε πρόσφατα χειροτονηθεί πλήρως, μισό μήνα μετά τη χειροτονία, αφού διέμεινε στη Θουλλακόττχικα όσο επιθυμούσε, αναχώρησε για περιπλάνηση προς τη Σαβάτθι. Περιπλανώμενος σταδιακά, έφτασε στη Σαβάτθι. Εκεί ο Ευλογημένος διέμενε στη Σαβάτθι, στο άλσος του Τζέτα, στο μοναστήρι του Ανάθαπίντικα. Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα, μένοντας μόνος, αποτραβηγμένος, επιμελής, ενεργητικός, αποφασισμένος, σε σύντομο χρονικό διάστημα - για τον σκοπό που οι γιοι καλών οικογενειών σωστά αναχωρούν από την οικογενειακή ζωή στην άστεγη ζωή, αυτό το ανυπέρβλητο - τον τελικό στόχο της άγιας ζωής, έχοντας ο ίδιος κατανοήσει πλήρως με άμεση γνώση στην παρούσα ζωή, έχοντας επιτύχει, παρέμεινε. Γνώρισε άμεσα: «η γέννηση έχει εξαλειφθεί, η άγια ζωή έχει βιωθεί, αυτό που έπρεπε να γίνει έχει γίνει, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο για αυτή την κατάσταση ύπαρξης». Και ο σεβάσμιος Ρατταπάλα έγινε ένας από τους Άξιους.
Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα πλησίασε τον Ευλογημένο· αφού πλησίασε, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο και κάθισε στο πλάι. Καθισμένος στο πλάι, ο σεβάσμιος Ρατταπάλα είπε στον Ευλογημένο: «Επιθυμώ, σεβάσμιε κύριε, να επισκεφθώ τη μητέρα και τον πατέρα μου, αν ο Ευλογημένος μου το επιτρέψει». Τότε ο Ευλογημένος, περιλαμβάνοντας τον νου του σεβάσμιου Ρατταπάλα με τον νου του, έστρεψε την προσοχή του. Όταν ο Ευλογημένος κατάλαβε - «Ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, είναι ανίκανος να απαρνηθεί την εξάσκηση και να επιστρέψει σε κατώτερη ζωή», τότε ο Ευλογημένος είπε στον σεβάσμιο Ρατταπάλα: «Όποτε θεωρείς ότι είναι η κατάλληλη ώρα, Ρατταπάλα». Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα, αφού σηκώθηκε από τη θέση του, απέδωσε σεβασμό στον Ευλογημένο, τον περιήλθε κρατώντας τον στα δεξιά του, τακτοποίησε το κατάλυμά του, πήρε το κύπελλο και τους χιτώνες του και αναχώρησε για περιπλάνηση προς τη Θουλλακόττχικα. Περιπλανώμενος σταδιακά, έφτασε στη Θουλλακόττχικα. Εκεί ο σεβάσμιος Ρατταπάλα διέμενε στη Θουλλακόττχικα, στο πάρκο ελαφιών του βασιλιά Κοράμπυα. Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα, αφού ντύθηκε το πρωί και πήρε το κύπελλο και τους χιτώνες του, μπήκε στη Θουλλακόττχικα για προσφερόμενη τροφή. Περιφερόμενος διαδοχικά στη Θουλλακόττχικα για προσφερόμενη τροφή, πλησίασε την κατοικία του πατέρα του. Εκείνη την περίοδο ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα έβαζε να του κτενίζουν τα μαλλιά στη μεσαία αίθουσα της πόρτας. Ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα είδε τον σεβάσμιο Ρατταπάλα να έρχεται από μακριά. Αφού τον είδε, είπε: «Από αυτούς τους ξυρισμένους ασκητίσκους το μοναχοπαίδι μας, το αγαπητό, το λατρεμένο, έγινε αναχωρητής». Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα στην κατοικία του πατέρα του δεν έλαβε ούτε δωρεά ούτε άρνηση· στην πραγματικότητα έλαβε μόνο ύβρεις. Εκείνη την περίοδο η δούλη συγγενών του σεβάσμιου Ρατταπάλα ήθελε να πετάξει αρτοπαρασκεύασμα της προηγούμενης ημέρας. Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα είπε σε εκείνη τη δούλη συγγενών: «Αν αυτό, αδελφή, πρόκειται να πεταχτεί, ρίξε το εδώ στο κύπελλό μου». Τότε η δούλη συγγενών του σεβάσμιου Ρατταπάλα, ρίχνοντας εκείνο το αρτοπαρασκεύασμα της προηγούμενης ημέρας στο κύπελλο του σεβάσμιου Ρατταπάλα, αναγνώρισε το σημάδι των χεριών και των ποδιών και της φωνής.
300. Τότε η δούλη συγγενών του σεβάσμιου Ρατταπάλα πήγε εκεί όπου ήταν η μητέρα του σεβάσμιου Ρατταπάλα· αφού πλησίασε, είπε στη μητέρα του σεβάσμιου Ρατταπάλα αυτό - «Ας γνωρίζεις, κυρία - ο νεαρός κύριος Ρατταπάλα έφτασε». «Αν, κυρά, λες αλήθεια, σε κάνω ελεύθερη». Τότε η μητέρα του σεβάσμιου Ρατταπάλα πήγε εκεί όπου ήταν ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα· αφού πλησίασε, είπε στον πατέρα του σεβάσμιου Ρατταπάλα αυτό - «Ας γνωρίζεις, οικοδεσπότη - ο Ρατταπάλα, ο γιος καλής οικογένειας, λένε, έφτασε». Εκείνη την περίοδο ο σεβάσμιος Ρατταπάλα έτρωγε εκείνο το αρτοπαρασκεύασμα της προηγούμενης ημέρας ακουμπώντας σε κάποια ρίζα τοίχου. Τότε ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Ρατταπάλα· αφού πλησίασε, είπε στον σεβάσμιο Ρατταπάλα αυτό - «Είναι δυνατόν, αγαπητέ Ρατταπάλα, να τρως αρτοπαρασκεύασμα της προηγούμενης ημέρας; Δεν πρέπει, αγαπητέ Ρατταπάλα, να πας στο δικό σου σπίτι;» «Από πού, οικοδεσπότη, θα έχουμε εμείς σπίτι, που έχουμε αναχωρήσει από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή; Είμαστε άστεγοι, οικοδεσπότη. Πήγαμε, οικοδεσπότη, στο σπίτι σου, εκεί δεν λάβαμε ούτε δωρεά ούτε άρνηση· στην πραγματικότητα λάβαμε μόνο ύβρεις». «Έλα, αγαπητέ Ρατταπάλα, θα πάμε στο σπίτι». «Αρκετά, οικοδεσπότη, έχει γίνει σήμερα το καθήκον του γεύματός μου». «Τότε λοιπόν, αγαπητέ Ρατταπάλα, αποδέξου το αυριανό γεύμα». Ο σεβάσμιος Ρατταπάλα αποδέχθηκε με σιωπή. Τότε ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα, γνωρίζοντας τη συναίνεση του σεβάσμιου Ρατταπάλα, πήγε στη δική του κατοικία· αφού πλησίασε, αφού έβαλε να φτιάξουν έναν μεγάλο σωρό από χρυσό και ασήμι και τον κάλυψε με ψάθες, απευθύνθηκε στις πρώην συζύγους του σεβάσμιου Ρατταπάλα - «Ελάτε εσείς, νύφες, με όποιο στολισμό στολισμένες παλαιότερα ήσασταν αγαπητές και λατρεμένες στον Ρατταπάλα, τον γιο καλής οικογένειας, με εκείνο τον στολισμό στολιστείτε».
301. Τότε ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα, αφού πέρασε εκείνη η νύχτα, έβαλε να ετοιμάσουν εξαίσια στερεά και μαλακή τροφή στην κατοικία του και ανακοίνωσε στον σεβάσμιο Ρατταπάλα την κατάλληλη ώρα - «Είναι η ώρα, αγαπητέ Ρατταπάλα, το γεύμα είναι έτοιμο». Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα, αφού ντύθηκε το πρωί και πήρε το κύπελλο και τους χιτώνες του, πήγε στην κατοικία του πατέρα του· αφού έφτασε, κάθισε στο προετοιμασμένο κάθισμα. Τότε ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα, αφού αποκάλυψε εκείνον τον σωρό από χρυσό και ασήμι, είπε στον σεβάσμιο Ρατταπάλα - «Αυτός, αγαπητέ Ρατταπάλα, είναι ο πλούτος από τη μητέρα σου, άλλος είναι ο πατρικός, άλλος ο προγονικός. Είναι δυνατόν, αγαπητέ Ρατταπάλα, να απολαύσεις τα πλούτη και να κάνεις αξιέπαινες πράξεις. Έλα εσύ, αγαπητέ Ρατταπάλα, επιστρέφοντας σε κατώτερη ζωή, απόλαυσε τα πλούτη και κάνε αξιέπαινες πράξεις». «Αν εσύ, οικοδεσπότη, ακολουθήσεις τα λόγια μου, αυτόν τον σωρό από χρυσό και ασήμι, αφού τον φορτώσεις σε κάρα και τον μεταφέρεις έξω, να τον βυθίσεις στο ρεύμα του ποταμού Γάγγη στη μέση. Για ποιο λόγο; Διότι εξαιτίας αυτού, οικοδεσπότη, θα εγερθούν λύπη, θρήνος, πόνος, δυσαρέσκεια και άγχος». Τότε οι πρώην σύζυγοι του σεβάσμιου Ρατταπάλα, αφού έπιασαν η καθεμία τα πόδια του, είπαν στον σεβάσμιο Ρατταπάλα - «Πώς είναι, νεαρέ κύριε, εκείνες οι νύμφες για χάρη των οποίων ασκείς την άγια ζωή;» «Εμείς, αδελφές, δεν ασκούμε την άγια ζωή για χάρη των νυμφών». «Ο νεαρός κύριος Ρατταπάλα μας συμπεριφέρεται με την προσφώνηση αδελφές», εκείνες εκεί ακριβώς λιποθύμησαν και έπεσαν. Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα είπε στον πατέρα του - «Αν, οικοδεσπότη, πρόκειται να δοθεί τροφή, δώστε· μη μας ταλαιπωρείτε». «Φάε, αγαπητέ Ρατταπάλα, το γεύμα είναι έτοιμο». Τότε ο πατέρας του σεβάσμιου Ρατταπάλα ιδιοχείρως ικανοποίησε και περιποιήθηκε τον σεβάσμιο Ρατταπάλα με εξαίσια στερεά και μαλακή τροφή.
302. Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα, αφού τελείωσε να τρώει, με το χέρι απομακρυσμένο από το κύπελλο, ενώ στεκόταν όρθιος, απήγγειλε αυτούς τους στίχους:
άρρωστο, αντικείμενο πολλών σκέψεων, του οποίου δεν υπάρχει σταθερή διάρκεια.
οστά τυλιγμένα με δέρμα, μαζί με τα ρούχα λάμπει.
αρκετό για να παραπλανήσει τον αδαή, αλλά όχι αυτόν που αναζητά το υπερπέραν.
αρκετό για να παραπλανήσει τον αδαή, αλλά όχι αυτόν που αναζητά το υπερπέραν.
αρκετό για να παραπλανήσει τον αδαή, αλλά όχι αυτόν που αναζητά το υπερπέραν.
αφού φάγαμε το δόλωμα, φεύγουμε, ενώ οι κυνηγοί ελαφιών θρηνούν».
Τότε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα, αφού απήγγειλε αυτούς τους στίχους ενώ στεκόταν όρθιος, πήγε στο πάρκο ελαφιών του βασιλιά Κοράμπυα· αφού πλησίασε, κάθισε για ημερήσια διαμονή στη βάση κάποιου δένδρου.
303. Τότε ο βασιλιάς Κοράμπυα απευθύνθηκε στον Μιγκάβα: «Καθάρισε, αγαπητέ Μιγκάβα, το πάρκο ελαφιών, τον κήπο· πάμε στον ωραίο τόπο για να τον δούμε». «Ναι, μεγαλειότατε», απάντησε ο Μιγκάβα στον βασιλιά Κοράμπυα και καθαρίζοντας το πάρκο ελαφιών είδε τον σεβάσμιο Ρατταπάλα να κάθεται για ημερήσια διαμονή στη βάση κάποιου δένδρου. Αφού τον είδε, πήγε εκεί όπου ήταν ο βασιλιάς Κοράμπυα· αφού πλησίασε, είπε στον βασιλιά Κοράμπυα: «Καθαρό είναι, μεγαλειότατε, το πάρκο ελαφιών σου. Και υπάρχει εδώ ένας γιος καλής οικογένειας ονόματι Ρατταπάλα, γιος της πρώτης οικογένειας σε αυτή ακριβώς τη Θουλλακόττχικα, τον οποίο εσύ συχνά επαινούσες· αυτός κάθεται για ημερήσια διαμονή στη βάση κάποιου δένδρου». «Τότε λοιπόν, αγαπητέ Μιγκάβα, αρκετά για σήμερα με τον κήπο. Τώρα εμείς θα επισκεφθούμε τον αξιότιμο Ρατταπάλα». Τότε ο βασιλιάς Κοράμπυα, αφού είπε «όση στερεά και μαλακή τροφή έχει ετοιμαστεί εκεί, μοιράστε την όλη», αφού έζεψε τα εξαίρετα οχήματα και ανέβηκε στο εξαίρετο όχημα, με τα εξαίρετα οχήματα αναχώρησε από τη Θουλλακόττχικα με μεγάλη βασιλική μεγαλοπρέπεια για να δει τον σεβάσμιο Ρατταπάλα. Αφού πήγε με το όχημα όσο ήταν δυνατό να πάει με όχημα, κατέβηκε από το όχημα και με τα πόδια, με διαπρεπή ακολουθία, πήγε εκεί όπου ήταν ο σεβάσμιος Ρατταπάλα· αφού πλησίασε, χαιρέτησε τον σεβάσμιο Ρατταπάλα. Αφού ολοκλήρωσε την ευγενική και αξιομνημόνευτη συζήτηση, στάθηκε στο πλάι. Καθώς στεκόταν στο πλάι, ο βασιλιάς Κοράμπυα είπε στον σεβάσμιο Ρατταπάλα: «Εδώ ας καθίσει ο αξιότιμος Ρατταπάλα στο στρώμα από ελεφαντόδερμα». «Αρκεί, μεγάλε βασιλιά, κάθισε εσύ· εγώ κάθομαι στο δικό μου κάθισμα». Κάθισε ο βασιλιάς Κοράμπυα στο προετοιμασμένο κάθισμα. Αφού κάθισε, ο βασιλιάς Κοράμπυα είπε στον σεβάσμιο Ρατταπάλα:
304. «Υπάρχουν αυτές οι τέσσερις απώλειες, αγαπητέ Ρατταπάλα, διακατεχόμενοι από τις οποίες κάποιοι εδώ, αφού ξυρίσουν τα μαλλιά και τα γένια τους και ντυθούν με ώχρινα ρούχα, αναχωρούν από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Ποιες τέσσερις; Η απώλεια λόγω γήρατος, η απώλεια λόγω ασθένειας, η απώλεια πλούτου, η απώλεια συγγενών. Και ποια είναι, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια λόγω γήρατος; Εδώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, κάποιος είναι γηραιός, ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας, έχει διανύσει μεγάλη περίοδο και έχει φτάσει στο τέλος της ζωής του. Αυτός σκέφτεται έτσι - «Εγώ πράγματι τώρα είμαι γηραιός, ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας, έχω διανύσει μεγάλη περίοδο και έχω φτάσει στο τέλος της ζωής μου. Δεν είναι όμως εύκολο για μένα είτε να αποκτήσω πλούτο που δεν έχω αποκτήσει είτε να κάνω να ευημερήσει ο πλούτος που έχω αποκτήσει. Γιατί να μην ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου, να ντυθώ με ώχρινα ρούχα και να εγκαταλείψω την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;' Αυτός, διακατεχόμενος από αυτή την απώλεια λόγω γήρατος, αφού ξυρίσει τα μαλλιά και τα γένια του και ντυθεί με ώχρινα ρούχα, αναχωρεί από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αυτή ονομάζεται, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια λόγω γήρατος. Ο αξιότιμος Ρατταπάλα όμως τώρα είναι νέος, νεαρός με κατάμαυρα μαλλιά, προικισμένος με ευλογημένη νεότητα, στην πρώτη περίοδο της ζωής του. Αυτή η απώλεια λόγω γήρατος δεν υπάρχει για τον αξιότιμο Ρατταπάλα. Τι γνωρίζοντας ή ιδόντας ή ακούσας ο αξιότιμος Ρατταπάλα αναχώρησε από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;
«Και ποια είναι, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια λόγω ασθένειας; Εδώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, κάποιος είναι άρρωστος, ταλαιπωρημένος, βαριά ασθενής. Αυτός σκέφτεται έτσι - «Εγώ πράγματι τώρα είμαι άρρωστος, ταλαιπωρημένος, βαριά ασθενής. Δεν είναι όμως εύκολο για μένα είτε να αποκτήσω πλούτο που δεν έχω αποκτήσει είτε να κάνω να ευημερήσει ο πλούτος που έχω αποκτήσει. Γιατί να μην ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου, να ντυθώ με ώχρινα ρούχα και να εγκαταλείψω την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;' Αυτός, διακατεχόμενος από αυτή την απώλεια λόγω ασθένειας, αφού ξυρίσει τα μαλλιά και τα γένια του και ντυθεί με ώχρινα ρούχα, αναχωρεί από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αυτή ονομάζεται, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια λόγω ασθένειας. Ο αξιότιμος Ρατταπάλα όμως τώρα είναι με λίγες ασθένειες, με λίγες αδιαθεσίες, προικισμένος με ομαλή πέψη, ούτε πολύ κρύα ούτε πολύ ζεστή. Αυτή η απώλεια λόγω ασθένειας δεν υπάρχει για τον αξιότιμο Ρατταπάλα. Τι γνωρίζοντας ή ιδόντας ή ακούσας ο αξιότιμος Ρατταπάλα αναχώρησε από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;
«Και ποια είναι, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια πλούτου; Εδώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, κάποιος είναι πλούσιος, με μεγάλο πλούτο, με μεγάλες απολαύσεις. Τα πλούτη του σταδιακά οδηγούνται σε πλήρη εξάλειψη. Αυτός σκέφτεται έτσι - «Εγώ πράγματι προηγουμένως ήμουν πλούσιος, με μεγάλο πλούτο, με μεγάλες απολαύσεις. Τα πλούτη μου εκείνα σταδιακά οδηγήθηκαν σε πλήρη εξάλειψη. Δεν είναι όμως εύκολο για μένα είτε να αποκτήσω πλούτο που δεν έχω αποκτήσει είτε να κάνω να ευημερήσει ο πλούτος που έχω αποκτήσει. Γιατί να μην ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου, να ντυθώ με ώχρινα ρούχα και να εγκαταλείψω την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;' Αυτός, διακατεχόμενος από αυτή την απώλεια πλούτου, αφού ξυρίσει τα μαλλιά και τα γένια του και ντυθεί με ώχρινα ρούχα, αναχωρεί από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αυτή ονομάζεται, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια πλούτου. Ο αξιότιμος Ρατταπάλα όμως είναι γιος της πρώτης οικογένειας σε αυτή ακριβώς τη Θουλλακόττχικα. Αυτή η απώλεια πλούτου δεν υπάρχει για τον αξιότιμο Ρατταπάλα. Τι γνωρίζοντας ή ιδόντας ή ακούσας ο αξιότιμος Ρατταπάλα αναχώρησε από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;
«Και ποια είναι, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια συγγενών; Εδώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, κάποιος έχει πολλούς φίλους και συμβούλους, συγγενείς και ομόαιμους. Αυτοί οι συγγενείς του σταδιακά οδηγούνται σε πλήρη εξάλειψη. Αυτός σκέφτεται έτσι - "Εγώ προηγουμένως είχα πολλούς φίλους και συμβούλους, συγγενείς και ομόαιμους. Αυτοί μου σταδιακά οδηγήθηκαν σε πλήρη εξάλειψη. Δεν είναι όμως εύκολο για μένα είτε να αποκτήσω πλούτο που δεν έχω αποκτήσει είτε να κάνω να ευημερήσει ο πλούτος που έχω αποκτήσει. Γιατί να μην ξυρίσω τα μαλλιά και τα γένια μου, να ντυθώ με ώχρινα ρούχα και να εγκαταλείψω την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;' Αυτός, προικισμένος με αυτή την απώλεια συγγενών, αφού ξυρίσει τα μαλλιά και τα γένια του και ντυθεί με ώχρινα ρούχα, αναχωρεί από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αυτή ονομάζεται, αγαπητέ Ρατταπάλα, η απώλεια συγγενών. Ο αξιότιμος Ρατταπάλα όμως έχει πολλούς φίλους και συμβούλους, συγγενείς και ομόαιμους σε αυτή ακριβώς τη Θουλλακόττχικα. Αυτή η απώλεια συγγενών δεν υπάρχει για τον αξιότιμο Ρατταπάλα. Τι γνωρίζοντας ή ιδόντας ή ακούσας ο αξιότιμος Ρατταπάλα αναχώρησε από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;
«Αυτές λοιπόν, αγαπητέ Ρατταπάλα, είναι οι τέσσερις απώλειες, με τις οποίες προικισμένοι κάποιοι εδώ, αφού ξυρίσουν τα μαλλιά και τα γένια τους και ντυθούν με ώχρινα ρούχα, αναχωρούν από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αυτές δεν υπάρχουν για τον αξιότιμο Ρατταπάλα. Τι γνωρίζοντας ή βλέποντας ή ακούγοντας ο αξιότιμος Ρατταπάλα αναχώρησε από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή;»
305. «Υπάρχουν πράγματι, μεγάλε βασιλιά, τέσσερις συνοπτικές δηλώσεις της Διδασκαλίας που διακηρύχθηκαν από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο, τις οποίες εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Ποιοι τέσσερις; "Ο κόσμος οδηγείται προς τον θάνατο, είναι ασταθής" - αυτή, μεγάλε βασιλιά, είναι η πρώτη συνοπτική δήλωση της Διδασκαλίας που διακηρύχθηκε από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο, την οποία εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. "Ο κόσμος είναι χωρίς προστασία, χωρίς κυρίαρχο" - αυτή, μεγάλε βασιλιά, είναι η δεύτερη συνοπτική δήλωση της Διδασκαλίας που διακηρύχθηκε από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο, την οποία εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. "Ο κόσμος είναι χωρίς ιδιοκτησία, πρέπει να φύγει κανείς εγκαταλείποντας τα πάντα" - αυτή, μεγάλε βασιλιά, είναι η τρίτη συνοπτική δήλωση της Διδασκαλίας που διακηρύχθηκε από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο, την οποία εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. "Ο κόσμος είναι ελλιπής, ανικανοποίητος, σκλάβος της επιθυμίας" - αυτή, μεγάλε βασιλιά, είναι η τέταρτη συνοπτική δήλωση της Διδασκαλίας που διακηρύχθηκε από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο, την οποία εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή. Αυτές, μεγάλε βασιλιά, είναι οι τέσσερις συνοπτικές δηλώσεις της Διδασκαλίας που διακηρύχθηκαν από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο, τις οποίες εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή».
306. «"Ο κόσμος οδηγείται προς τον θάνατο, είναι ασταθής" - είπε ο αξιότιμος Ρατταπάλα. Πώς, αγαπητέ Ρατταπάλα, πρέπει να κατανοηθεί το νόημα αυτών που ειπώθηκαν;» «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, εσύ στα είκοσι ή στα εικοσιπέντε χρόνια σου ήσουν εκπαιδευμένος στους ελέφαντες, εκπαιδευμένος στα άλογα, εκπαιδευμένος στα άρματα, εκπαιδευμένος στο τόξο, εκπαιδευμένος στο ξίφος, με δυνατούς μηρούς, με δυνατά χέρια, ικανός, έμπειρος στη μάχη;» «Ήμουν εγώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, στα είκοσι ή στα εικοσιπέντε χρόνια μου εκπαιδευμένος στους ελέφαντες, εκπαιδευμένος στα άλογα, εκπαιδευμένος στα άρματα, εκπαιδευμένος στο τόξο, εκπαιδευμένος στο ξίφος, με δυνατούς μηρούς, με δυνατά χέρια, ικανός, έμπειρος στη μάχη. Μερικές φορές, αγαπητέ Ρατταπάλα, θεωρούσα τον εαυτό μου σαν να είχε υπερφυσική δύναμη· δεν έβλεπα κανέναν ίσο με τον εαυτό μου σε δύναμη». «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, ακριβώς έτσι εσύ τώρα είσαι με δυνατούς μηρούς, με δυνατά χέρια, ικανός, έμπειρος στη μάχη;» «Όχι βέβαια, αγαπητέ Ρατταπάλα. Τώρα είμαι γηραιός, ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας, έχω διανύσει μεγάλη περίοδο και έχω φτάσει στο τέλος της ζωής μου· η ηλικία μου τρέχει στα ογδόντα. Μερικές φορές, αγαπητέ Ρατταπάλα, σκεφτόμενος "εδώ θα βάλω το πόδι μου", βάζω το πόδι μου αλλού». «Αυτό λοιπόν, μεγάλε βασιλιά, ειπώθηκε αναφερόμενο σε αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος οδηγείται προς τον θάνατο, είναι ασταθής", το οποίο εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». «Καταπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα, εκπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα! Πόσο καλά ειπωμένο είναι αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος οδηγείται προς τον θάνατο, είναι ασταθής". Διότι πράγματι, αγαπητέ Ρατταπάλα, ο κόσμος οδηγείται προς τον θάνατο, είναι ασταθής.
«Υπάρχουν πράγματι, αγαπητέ Ρατταπάλα, σε αυτό το βασιλικό σπίτι σώματα ελεφάντων, σώματα ίππων, σώματα αρμάτων, σώματα πεζικού, που θα χρησιμεύσουν για την προστασία μας στις δυσκολίες. "Ο κόσμος είναι χωρίς προστασία, χωρίς κυρίαρχο" - είπε ο αξιότιμος Ρατταπάλα. Πώς όμως, αγαπητέ Ρατταπάλα, πρέπει να κατανοηθεί το νόημα αυτών που ειπώθηκαν;» «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, έχεις κάποια χρόνια ασθένεια;» «Έχω, αγαπητέ Ρατταπάλα, χρόνια ασθένεια. Μερικές φορές, αγαπητέ Ρατταπάλα, οι φίλοι και σύμβουλοί μου, οι συγγενείς και ομόαιμοι, στέκονται γύρω μου - "τώρα ο βασιλιάς Κοράμπυα θα πεθάνει, τώρα ο βασιλιάς Κοράμπυα θα πεθάνει"». «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, μπορείς να πεις στους φίλους και συμβούλους σου, στους συγγενείς και ομόαιμους - "ελάτε, αξιότιμοι φίλοι και σύμβουλοί μου, συγγενείς και ομόαιμοι, όλοι μαζί μοιραστείτε αυτόν τον πόνο, ώστε εγώ να βιώσω ελαφρύτερο πόνο" - ή μήπως εσύ ο ίδιος βιώνεις αυτόν τον πόνο;» «Δεν μπορώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, να πω στους φίλους και συμβούλους μου, στους συγγενείς και ομόαιμους - "ελάτε, αξιότιμοι φίλοι και σύμβουλοί μου, συγγενείς και ομόαιμοι, όλοι μαζί μοιραστείτε αυτόν τον πόνο, ώστε εγώ να βιώσω ελαφρύτερο πόνο". Αλλά εγώ ο ίδιος βιώνω αυτόν τον πόνο». «Αυτό λοιπόν, μεγάλε βασιλιά, ειπώθηκε αναφερόμενο σε αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος είναι χωρίς προστασία, χωρίς κυρίαρχο", το οποίο εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». «Καταπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα, εκπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα! Πόσο καλά ειπωμένο είναι αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος είναι χωρίς προστασία, χωρίς κυρίαρχο". Διότι πράγματι, αγαπητέ Ρατταπάλα, ο κόσμος είναι χωρίς προστασία, χωρίς κυρίαρχο.
«Υπάρχει πράγματι, αγαπητέ Ρατταπάλα, σε αυτή τη βασιλική οικογένεια άφθονο χρυσάφι και ασήμι, θαμμένο στη γη και αποθηκευμένο ψηλά. "Ο κόσμος είναι χωρίς ιδιοκτησία, πρέπει να φύγει κανείς εγκαταλείποντας τα πάντα" - είπε ο αξιότιμος Ρατταπάλα. Πώς όμως, αγαπητέ Ρατταπάλα, πρέπει να κατανοηθεί το νόημα αυτών που ειπώθηκαν;» «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, όπως εσύ τώρα προικισμένος και εφοδιασμένος με τα πέντε είδη αισθησιακής ηδονής απολαμβάνεις τη ζωή, θα έχεις και στην άλλη ζωή - "ακριβώς έτσι εγώ προικισμένος και εφοδιασμένος με αυτά τα ίδια πέντε είδη αισθησιακής ηδονής θα απολαμβάνω τη ζωή", ή μήπως άλλοι θα κληρονομήσουν αυτόν τον πλούτο, ενώ εσύ θα πας σύμφωνα με τις πράξεις σου;» «Όπως εγώ, αγαπητέ Ρατταπάλα, τώρα προικισμένος και εφοδιασμένος με τα πέντε είδη αισθησιακής ηδονής απολαμβάνω τη ζωή, δεν θα έχω και στην άλλη ζωή - "ακριβώς έτσι προικισμένος και εφοδιασμένος με αυτά τα ίδια πέντε είδη αισθησιακής ηδονής θα απολαμβάνω τη ζωή". Αλλά άλλοι θα κληρονομήσουν αυτόν τον πλούτο· εγώ όμως θα πάω σύμφωνα με τις πράξεις μου». «Αυτό λοιπόν, μεγάλε βασιλιά, ειπώθηκε αναφερόμενο σε αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος είναι χωρίς ιδιοκτησία, πρέπει να φύγει κανείς εγκαταλείποντας τα πάντα", το οποίο εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». «Καταπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα, εκπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα! Πόσο καλά ειπωμένο είναι αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος είναι χωρίς ιδιοκτησία, πρέπει να φύγει κανείς εγκαταλείποντας τα πάντα". Διότι πράγματι, αγαπητέ Ρατταπάλα, ο κόσμος είναι χωρίς ιδιοκτησία, πρέπει να φύγει κανείς εγκαταλείποντας τα πάντα.
"Ο κόσμος είναι ελλιπής, ανικανοποίητος, σκλάβος της επιθυμίας" - είπε ο αξιότιμος Ρατταπάλα. Πώς, αγαπητέ Ρατταπάλα, πρέπει να κατανοηθεί το νόημα αυτών που ειπώθηκαν;» «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, κατοικείς στην ευημερούσα χώρα των Κούρου;» «Ναι, αγαπητέ Ρατταπάλα, κατοικώ στην ευημερούσα χώρα των Κούρου». «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, εδώ θα ερχόταν ένας άνθρωπος από την ανατολική κατεύθυνση, αξιόπιστος και έμπιστος. Αυτός αφού σε πλησίαζε θα έλεγε έτσι - "Ας γνωρίζει η Μεγαλειότητά σας, μεγάλε βασιλιά, εγώ έρχομαι από την ανατολική κατεύθυνση. Εκεί είδα μια μεγάλη χώρα, επιτυχημένη και ευημερούσα, πολυπληθή, γεμάτη με ανθρώπους. Πολλές εκεί σωματικές μονάδες ελεφάντων, ιππικού, αρμάτων, πεζικού· πολύς εκεί πλούτος και σιτηρά· πολύ εκεί χρυσάφι και ασήμι, ακατέργαστο και κατεργασμένο· πολλές εκεί γυναίκες. Και είναι δυνατόν να κατακτηθεί με τόση μόνο στρατιωτική δύναμη. Κατάκτησέ την, μεγάλε βασιλιά", τι θα έκανες;» «Και αυτήν, αγαπητέ Ρατταπάλα, αφού την κατακτούσαμε θα κατοικούσαμε σε αυτήν». «Τι νομίζεις, μεγάλε βασιλιά, εδώ θα ερχόταν ένας άνθρωπος από τη δυτική κατεύθυνση... προς τη βόρεια κατεύθυνση... από τη νότια κατεύθυνση... από την άλλη πλευρά του ωκεανού, αξιόπιστος και έμπιστος. Αυτός αφού σε πλησίαζε θα έλεγε έτσι - "Ας γνωρίζει η Μεγαλειότητά σας, μεγάλε βασιλιά, εγώ έρχομαι από την άλλη πλευρά του ωκεανού. Εκεί είδα μια μεγάλη χώρα, επιτυχημένη και ευημερούσα, πολυπληθή, γεμάτη με ανθρώπους. Πολλές εκεί σωματικές μονάδες ελεφάντων, ιππικού, αρμάτων, πεζικού· πολύς εκεί πλούτος και σιτηρά· πολύ εκεί χρυσάφι και ασήμι, ακατέργαστο και κατεργασμένο· πολλές εκεί γυναίκες. Και είναι δυνατόν να κατακτηθεί με τόση μόνο στρατιωτική δύναμη. Κατάκτησέ την, μεγάλε βασιλιά", τι θα έκανες;» «Και αυτήν, αγαπητέ Ρατταπάλα, αφού την κατακτούσαμε θα κατοικούσαμε σε αυτήν». «Αυτό λοιπόν, μεγάλε βασιλιά, ειπώθηκε αναφερόμενο σε αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος είναι ελλιπής, ανικανοποίητος, σκλάβος της επιθυμίας", το οποίο εγώ γνωρίζοντας και βλέποντας και ακούγοντας αναχώρησα από την οικογενειακή ζωή για την άστεγη ζωή». «Καταπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα, εκπληκτικό, αγαπητέ Ρατταπάλα! Πόσο καλά ειπωμένο είναι αυτό από τον Ευλογημένο που γνωρίζει και βλέπει, τον Άξιο, τον Πλήρως Αυτοφωτισμένο - "ο κόσμος είναι ελλιπής, ανικανοποίητος, σκλάβος της επιθυμίας". Διότι πράγματι, αγαπητέ Ρατταπάλα, ο κόσμος είναι ελλιπής, ανικανοποίητος, σκλάβος της επιθυμίας».
Αυτά είπε ο σεβάσμιος Ρατταπάλα. Αφού είπε αυτά, είπε επιπλέον αυτό:
307. «Βλέπω στον κόσμο ανθρώπους με πλούτη,
άπληστοι συσσωρεύουν πλούτη,
και ακόμη περισσότερες ηδονές επιθυμούν.
κατοικώντας σε μεγαλείο μέχρι τα άκρα του ωκεανού·
ανικανοποίητος από την εδώ πλευρά της θάλασσας,
θα επιθυμούσε και την πέρα πλευρά της θάλασσας.
χωρίς να έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία πλησιάζουν τον θάνατο·
ανικανοποίητοι εγκαταλείπουν το σώμα,
από τις ηδονές στον κόσμο δεν υπάρχει ικανοποίηση.
"Αχ αλίμονο, ήταν αθάνατος για μας" λένε·
αφού τον βγάλουν τυλιγμένο με ύφασμα,
στοιβάζουν την πυρά και τον καίνε.
με ένα μόνο ύφασμα, έχοντας εγκαταλείψει τα πλούτη·
για αυτόν που πεθαίνει δεν υπάρχει προστασία,
ούτε συγγενείς εδώ, ούτε φίλοι ή σύντροφοι.
αλλά το ον πηγαίνει όπου το οδηγεί η πράξη του·
τίποτε από τα πλούτη δεν ακολουθεί αυτόν που πεθαίνει,
ούτε γιοι ούτε σύζυγοι ούτε πλούτη ούτε βασίλειο.
σύντομη πράγματι είναι αυτή η ζωή, λένε οι σοφοί, μη-αιώνια, με φύση αλλαγής.
ο ανόητος και ο σοφός έτσι ακριβώς πλήττονται·
αλλά ο ανόητος λόγω της ανοησίας του κείτεται σαν χτυπημένος,
Ο σοφός όμως δεν τρέμει όταν τον αγγίζει η επαφή.
με την οποία επιτυγχάνει κανείς εδώ την ολοκλήρωση·
διότι λόγω της μη ολοκλήρωσης σε διάφορες υπάρξεις,
κάνουν κακές πράξεις από αυταπάτη.
περιπλανώμενος στον κύκλο των επαναγεννήσεων διαδοχικά·
ένας άλλος χωρίς σοφία πιστεύοντας σε αυτόν,
πηγαίνει στη μήτρα και στον άλλο κόσμο.
τιμωρείται για τις πράξεις του, ο κακόβουλου χαρακτήρα·
έτσι η γενιά πεθαίνοντας στον άλλο κόσμο,
τιμωρείται για τις πράξεις της, ο κακόβουλου χαρακτήρα.
με διάφορες μορφές αναταράσσουν τη συνείδηση·
έχοντας δει τον κίνδυνο στα είδη αισθησιακής ηδονής,
γι' αυτό εγώ έγινα αναχωρητής, βασιλιά.
νεαροί και ηλικιωμένοι με τη διάλυση του σώματος·
έχοντας δει και αυτό, έγινα αναχωρητής, βασιλιά,
η αδιαμφισβήτητη ασκητική ζωή είναι ανώτερη».
Τέλος της ομιλίας Ρατθαπάλα, δεύτερη.